cloud
cloud
cloud
cloud
cloud
cloud

Οικογενειακή θεραπεία


Τι είναι οικογενειακή θεραπεία;

Η οικογενειακή θεραπεία συστημικής προσέγγισης θεωρεί ότι τα μέλη ενός συστήματος, όπως η οικογένεια, μια ομάδα ή μια σχολική τάξη βρίσκονται σε μια δυναμική αλληλεπίδραση έτσι ώστε η συμπεριφορά του ενός να επηρεάζει και να επηρεάζεται από τη συμπεριφορά των άλλων.
Επομένως στη συστημική ψυχοθεραπεία, η ψυχοπαθολογία του ατόμου (παιδιού, εφήβου, ενήλικα) προσεγγίζεται ολιστικά, θεωρώντας ότι το σύμπτωμα εκφράζει τη δυσλειτουργία των σχέσεων των μελών της οικογένειας ή της ομάδας και αποτελεί ένδειξη της δυσκολίας προσαρμογής σε νέες φάσεις ή και αίτημα για αλλαγή και εξέλιξη.

Ποιος είναι ο στόχος της θεραπευτικής παρέμβασης;

Στον κύκλο ζωής της οικογένειας εμφανίζονται στάδια και περίοδοι κρίσης, όπως η γέννηση παιδιού, οικονομική κρίση, μετανάστευση κ.α., που έχουν συχνά ως αποτέλεσμα την εκδήλωση συμπτωματολογίας στο παιδί. Επίσης, το σύμπτωμα του παιδιού συχνά διατηρείται μέσα από επαναλαμβανόμενα και αλληλοτροφοδοτούμενα πρότυπα συμπεριφοράς.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, αντικείμενο και στόχος της θεραπευτικής παρέμβασης δεν είναι το μεμονωμένο άτομο αλλά το σύστημα των σχέσεων όπου ανήκει το άτομο. Εστιάζοντας στις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, η συστημική προσέγγιση αποστιγματίζει το παιδί από τη θέση του «προβληματικού» μέλους και διευρύνει τις δυνατότητες παρέμβασης του θεραπευτή, προσφέροντας εναλλακτικά σχήματα θεραπείας με ολόκληρη την οικογένεια, τους γονείς, το ζευγάρι ή ακόμα και με ένα μόνο άτομο (ατομική οικογενειακή θεραπεία). Έτσι ο ασθενής με ένα τρόπο μετατρέπεται σε «αναφερόμενο ασθενή» που κινητοποιεί το σύστημα ώστε να φτάσει στον ειδικό.

Τι προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίζει ένα παιδί?

Στη διάρκεια της ανάπτυξης του ένα παιδί μπορεί να αντιμετωπίσει ποικίλα προβλήματα όπως οργανικά (χρόνια νόσος, σύνδρομο, σωματική αναπηρία, μειωμένο νοητικό δυναμικό), αναπτυξιακά (μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα λόγου κ.α.), οικογενειακά (δυσλειτουργικές σχέσεις γονέων, κακοποίηση, αποχωρισμός, θάνατος, ψυχική ή οργανική νόσο γονέα κ.α.). Όλα αυτά επηρεάζουν το παιδί και μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα τύπου : σωματικές αιτιάσεις, ψυχοσωματικά, διαταραχή άγχους, μαθησιακή δυσλειτουργία – υπολειτουργία, σχολική φοβία, προβλήματα συμπεριφοράς και σχέσεων – μείωση κοινωνικής λειτουργικότητας, κατάθλιψη.

Τι είναι η συμβουλευτική γονέων;

Η παρουσία προβλήματος στο παιδί επηρεάζει τη δυναμική και τη λειτουργία ολόκληρης της οικογένειας και τις σχέσεις των μελών.Το σύμπτωμα κινητοποιεί τους γονείς που απευθύνονται σε ειδικούς ώστε να διαγνωσθεί η φύση του προβλήματος και να προταθεί η κατάλληλη θεραπεία. Σε πολλές περιπτώσεις θα χρειαστεί μια εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση προς το ίδιο το παιδί (ατομική ψυχοθεραπεία, μαθησιακό, λογοθεραπεία, εργοθεραπεία…) με παράλληλη βοήθεια προς τους γονείς ώστε να στηρίξουν τη θεραπεία του παιδιού τους. Η διαδικασία αυτή, συνεργασίας γονέων με έναν ψυχοθεραπευτή, ονομάζεται συμβουλευτική γονέων. Στις συνεδρίες οι γονείς φέρνουν θέματα προς συζήτηση σχετικά με το παιδί και ο ψυχοθεραπευτής προσπαθεί να ερμηνεύσει το νόημα της συμπεριφοράς του παιδιού προσφέροντας εναλλακτικά ενδεχόμενα ( οπτικές θεώρησης και αντιμετώπισης διαφορετικές από αυτές που είχαν ως τώρα σκεφτεί μόνοι τους οι γονείς). Επίσης, όταν τα προβλήματα του παιδιού σχετίζονται με δυσλειτουργικές οικογενειακές καταστάσεις, τα θέματα αυτά θα τεθούν στις συνεδρίες. Αλλάζοντας θέση –στάση οι γονείς, αλλάζει και το παιδί αφού η συμπτωματολογία του παιδιού επηρεάζεται από την αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της οικογένειας καθώς και από τη λειτουργική της δομή.

Η συμβουλευτική γονέων μπορεί να φανεί χρήσιμη σε περιπτώσεις χρόνιων προβλημάτων – νοσημάτων, βοηθώντας τους να αποδεχτούν το παιδί τους και να το στηρίξουν, εστιάζοντας και σε άλλες πτυχές της προσωπικότητας και της ζωής του. Επίσης, αποκτούν τη δυνατότητα να βοηθήσουν καθοριστικά το παιδί να αναπτύξει μια θετικότερη εικόνα του εαυτού του, ενθαρρύνοντας το έμπρακτα να ωριμάσει ψυχοσυναισθηματικά, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις απογοητεύσεις, ματαιώσεις της καθημερινότητας και να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία (χαμηλή αυτοεκτίμηση, φτωχή επένδυση στη σχολική μάθηση, έλλειψη ικανοποιητικών κοινωνικών σχέσεων, προβλήματα συμπεριφοράς).